Θεότητα - ορισμός του θεότητα από το Δωρεάν Ηλεκτρονικό Λεξικό
https://el.thefreedictionary.com/%ce%b8%ce%b5%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1
Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
13.893.991.177
επισκέπτες που εξυπηρετούνται
Αναζήτηση /
Σελίδα με εργαλεία
TheFreeDictionary
Google
?
Keyboard
Word / Article
Starts with
Ends with
Text
A
A
A
A
γλώσσα
English
Español
Deutsch
Français
Italiano
العربية
中文简体
Polski
Português
Nederlands
Norsk
Ελληνική
Русский
Türkçe
אנגלית
Share on Facebook
Twitter
Λάβετε την εφαρμογή μας
Κάρτες flash
?
Σελιδοδεικτών
?
+
Προσθήκη τρέχουσας σελίδας στη λίστα
Εγγράφω
Είσοδος
Είσοδος / Εγγράφω
Facebook
Twitter
Google
Share on Facebook
Λάβετε την
εφαρμογή
μας
Tools
A
A
A
A
γλώσσα
English
Español
Deutsch
Français
Italiano
العربية
中文简体
Polski
Português
Nederlands
Norsk
Ελληνική
Русский
Türkçe
אנגלית
Εφαρμογή για κινητό:
apple
android
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή
Η λέξη της ημέρας
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων:
Δωρεάν περιεχόμενο
Συνδέοντας
Κουτί έρευνας
Close
θεότητα
Μεταφράσεις
θεότητα
deity
,
divinity
divinité
(
θe'otita
)
ουσιαστικό
θηλυκό
θεϊκή ύπαρξη
divinité
θηλυκό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων
?
▲
Θέλω τα λεφτά μου πίσω
θέμα
θέμα συζήτησης
θεματική
θεματικό
θεματικό πάρκο
θεματικός
θεματοφύλακας
θεμέλια
θεμέλιο
θεμελιώδη
θεμελιώδης
θεμελιώνω
θεμελιωτής
θεμιτή
θεμιτό
θεμιτός
θεογονία
Θεόδωρος
θεοκρατία
θεοκρατικός
θεολογία
θεολογικός
θεολόγος
θεόξερος
θεόρατη
θεόρατο
θεόρατος
θεός
θεοσυλία
θεότητα
Θεοτόκος
θεοφάνεια
Θεοφάνια
θεοφοβούμενος
θεράπαινα
θεραπαινίδα
θεραπεία
θεραπεύομαι
θεραπεύσιμος
θεραπευτής
θεραπευτική
θεραπευτική αγωγή
θεραπευτικό
θεραπευτικός
θεραπεύτρια
θεραπεύω
θέρετρο
θερίζομαι
θερίζω
θερινή
θερινό
Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες
θερινός
θεριό
θερισμός
Θεριστής
θερμά
θερμαίνομαι
θερμαίνω
θερμαλισμός
▼
Facebook Share
Twitter
CITE
Site:
Ακολουθούν:
Facebook
Twitter
Rss
Mail
Κοινοποιήστε:
Facebook
Twitter
LinkedIn
Mail
Open / Close